σήπη

ἡ, Α [σήπομαι]
σηπεδών*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σήπη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σήπῃ — σήπη fem dat sg (attic epic ionic) σήπω make rotten pres subj mp 2nd sg σήπω make rotten pres ind mp 2nd sg σήπω make rotten pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπῶν — σήπη fem gen pl σήψ putrefying sore fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπεύω — Α προκαλώ σήψη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για μτγν. τ. σχηματισμένο είτε από το ρ. σήπω / σήπομαι είτε από τον τ. σήπη] …   Dictionary of Greek

  • σηποποιός — όν, Α αυτός που προκαλεί σήψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήπη «σήψη, σαπίλα» + ποιός*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.